Το μητρικό στρες επηρεάζει τη βιολογική γήρανση των απογόνων

Το στρες που βιώνουν ορισμένες γυναίκες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να επηρεάζει την γενετική σύσταση των απογόνων τους και τελικά να συμβάλλει σε πρόωρη βιολογική γήρανση και σχετικών με τα γηρατειά ασθενειών.

Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξαν ερευνητές του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης και δημοσίευσαν σχετικά στοιχεία στο επιστημονικό έντυπο Neuropsychopharmacology.

Οι επιστήμονες εστίασαν στα τελομερή, που είναι καίριας σημασίας για τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό στον ανθρώπινο οργανισμό.

Τα τελομερή βοηθούν να διατηρηθεί η ακεραιότητα των χρωμοσωμάτων και απαρτίζονται από επαναλαμβανόμενες αλληλουχίες DNA και καλύπτουν και προστατεύουν τα ευκαρυωτικά χρωμοσώματα. Τα τελομερή κονταίνουν με κάθε κυτταρικό διαχωρισμό και τελικά φτάνουν σε ένα μήκος που οδηγεί σε κυτταρικό θάνατο, την λεγόμενη απόπτωση.

Επειδή τα τελομερή κονταίνουν ουσιαστικά καθώς μεγαλώνουμε, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν το μήκος τους ως βιολογικό δείκτη γήρανσης. Άρα το μήκος των τελομερών κατά τη γέννηση είναι ένας δείκτης βιολογικής γήρανσης και σχετίζεται με ασθένειες που έχουν να κάνουν με τα γηρατειά.

Να σημειωθεί ότι έχει ήδη τεκμηριωθεί ότι περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως η υπεριώδης ακτινοβολία και το οξειδωτικό στρες, παίζουν ρόλο στο μήκος των τελομερών, ενώ τα άτομα με σωματικές και ψυχικές διαταραχές, όπως η μείζονα κατάθλιψη και το σύνδρομο μετατραυματικού στρες, συντελούν σε κοντύτερα τελομερή.

Στην παρούσα μελέτη οι ερευνητές μέτρησαν το μήκος των τελομερών 319 νεογνών και 318 μητέρων, οι περισσότερες καυκάσιας καταγωγής, σε τρεις μαιευτικές κλινικές στην Γερμανία. Επίσης, ρώτησαν τις μητέρες γα τον τρόπο ζωής τους, την ποσότητα του στρες που πίστευαν ότι είχαν βιώσει και αν υπέφεραν από ψυχική διαταραχή. Συλλέξανε δείγματα σάλιου από τις μητέρες και αίματος από τον ομφάλιο λώρο μετά τη γέννηση των παιδιών και έκαναν γενετικές αναλύσεις.

Τα παιδιά των γυναικών που είχαν βιώσει αυξημένο ψυχολογικό στρες κατά την κύηση είχαν πιο κοντά τελομερή. Δεν ίσχυε το ίδιο για τα νεογνά των γυναικών που υπέφεραν δια βίου από ψυχική νόσο. Επίσης, το στρες κατά την εγκυμοσύνη δεν επηρέαζε το μήκος των τελομερών της μητέρας, αλλά επηρεαζόταν από μια δια βίου ψυχική διαταραχή.

Τα κορίτσια είχαν σημαντικά μακρύτερα τελομερή από τα αγόρια, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι υπάρχει διαφορά βάσει του φύλου στον συγκεκριμένο βιοδείκτη, ήδη από τη στιγμή της γέννησης. Τέλος, το μητρικό κάπνισμα κατά την κύηση επηρέαζε το μήκος των δικών της τελομερών, αλλά όχι των απογόνων της.